..........................Επιμέλεια Σελίδας: Πάνος Αϊβαλής //λογοτεχνικό περιοδικό "Υφος".....Αλμπέρ Καμύ // (Albert Camus) [1913-1960]
Το φθινόπωρο είναι μια δεύτερη άνοιξη, όπου κάθε φύλλο είναι ένα λουλούδι. Albert Camus

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

του Albert Camus «Η παρεξήγηση»: Σύγκρουση ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι

Επίσημη πρεμιέρα  την Τρίτη 15 Δεκεμβρίου στις 21:15 στο θέατρο RADAR, το κλασικό αριστούργημα του Albert Camus «Η παρεξήγηση», σε σκηνοθεσία Αναστασίας Παπαστάθη.
...... για το έργο
Στην κεντρική Τσεχία του μεσοπολέμου και ενώ ο τρόμος της γερμανικής κατοχής απειλεί ολόκληρη σχεδόν την  Ευρώπη, δυο γυναίκες, η Μητέρα και η κόρη της Μάρθα διατηρούν σε μια απομακρυσμένη περιοχή ένα πανδοχείο.
Όποιον πελάτη φτάνει εκεί, τον δολοφονούν. Τον κλέβουν και ρίχνουν το πτώμα του στο ποτάμι. Στόχος τους είναι να συγκεντρώσουν  χρήματα για να μπορέσουν να φύγουν από τον σκοτεινό και καταθλιπτικό Βορρά και να ταξιδέψουν στο Νότο, για να συναντήσουν την θάλασσα και το φως του ήλιου.
Η ρουτίνα των εγκλημάτων τους διαταράσσεται, όταν στο πανδοχείο φτάνει ένας ταξιδιώτης διαφορετικός από τους άλλους. Ο Γιαν. Ο Γιαν έρχεται από τον Νότο και είναι πλούσιος: το τέλειο θύμα. Όμως επιλέγει να κρατήσει την πραγματική του ταυτότητα κρυφή. Ως το τέλος;
«Αντιλαμβάνομαι το έργο ως σύγκρουση ανάμεσα σε δύο κόσμους. Το Φως και το Σκοτάδι. Στην ουσία είναι σύγκρουση ανάμεσα σε ανθρώπινες ψυχές. Αυτές με ενδιαφέρει να διερευνήσω γιατί μόνο έτσι αποκτούν υπόσταση οι αφηρημένες έννοιες. Το σκοτάδι εκπροσωπεί  η Μητέρα και η Μάρθα. Είναι ένας κόσμος  που δολοφονεί, κλέβει, εξαπατά και  στραγγαλίζει κάθε είδους συναίσθημα. Το φώς εκπροσωπεί η Μαρία, γέννημα θρέμμα του Νότου, του ήλιου και της θάλασσας. Η Μαρία αισθάνεται και διαισθάνεται αυτό που θα συμβεί, εκφράζει  τα συναισθήματά της με καθαρότητα και αλήθεια., έχει πάθος για την ζωή.  Ο Γιαν που κινείται ανάμεσα στους δύο κόσμους, απορροφάται τελικά από το σκοτάδι που συνήθως είναι ποιο δυνατό. Όσο για τον υπηρέτη, εξυπηρετεί το μοιραίο, το αναπόφευκτο, άλλοτε   με την μορφή του Θεού και άλλοτε με την μορφή του δαίμονα. Επιλέγω να διατηρήσω την εποχή της «Παρεξήγησης» του Albert Camus, γιατί πιστεύω ότι αυτό ακριβώς αναδεικνύει το  σύγχρονο και διαχρονικό ενός έργου. Όλα επαναλαμβάνονται με άλλο τρόπο…» σημειώνει η σκηνοθέτις Αναστασία Παπαστάθη.


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ, ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ, ΦΩΤΙΣΜΟΙ: Αναστασία Παπαστάθη
ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑ & ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ: Ειρήνη Παγώνη
ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Πάνος Φορτούνας
ΒΟΗΘΟΣ ΣΚΗΝΟΘΈΤΗ: Σοφία Παναηλίδου
Ερμηνεύουν με σειρά εμφάνισης οι ηθοποιοί:
ΜΗΤΕΡΑ : Μαρία Σκούντζου
ΜΑΡΘΑ : Αναστασία Παπαστάθη
ΥΠΗΡΕΤΗΣ : Γιώργος Βούτος
ΓΙΑΝ : Κώστας Καζανάς
ΜΑΡΙΑ : Ηλέκτρα Αρσενίδου
Πληροφορίες:ΘΕΑΤΡΟ RADAR
Πλατεία Αγίου Ιωάννη – Αθήνα
Σταθμός Μετρό «Άγιος Ιωάννης» | Τηλέφωνο 210.97.69.294.
Το Θέατρο Radar βρίσκεται στην έξοδο του Μετρό «Άγιος Ιωάννης»
__________________

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

Η λογική μέσα από το παράλογο του Αλμπέρ Καμύ



Πριν 103 χρόνια, στις 7 Νοεμβρίου 1913, στην Αλγερία, γεννήθηκε ένας από τους πιο αμφιλεγόμενους και σπουδαίους διανοητές του 20ου αιώνα, ο Αλμπέρ Καμύ. Στοχαστής, φιλόσοφος, συγγραφέας, δημοσιογράφος, δοκιμιογράφος, νομπελίστας και τόσα άλλα που επιβεβαιώνουν την πολυσχιδή προσωπικότητά του.


Ο Αλμπέρ Καμύ δεν ήταν μόνο συγγραφέας. Δίχως τη φιλοσοφική του σκέψη, η λογοτεχνία του δεν θα είχε καμία λογική, θα ήταν παράλογη. Οι -αντί- ήρωες, άλλωστε, του Καμύ, ζώντας με κάθε τρόπο το παράλογο, βρίσκονται σε μια συνεχή εναλλαγή αντίθετων καταστάσεων, ανάμεσα σε ευτυχία και δυστυχία, σε δράση και αδράνεια, ανάμεση σε λογική και παραλογισμό. Με αυτόν τον τρόπο το έργο του παρουσίαζει τα αντιφατικά στοιχεία “ενός διάχυτου πεσιμισμού και μιας πρωτόγνωρης ελπίδας”.
Το παράλογο βρίσκεται παντού, στη ζωή, στην ευτυχία ακόμη και στον ίδιο τον θάνατο, ως αιτία του παραλόγου. Άλλωστε, δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να περιγράφει τόσο ξεκάθαρα την αντίληψη του Camus για τον παραλογισμό όσο τα λόγια του: “Από τη στιγμή που θα γεννηθούμε είμαστε καταδικασμένοι να πεθάνουμε”. 
Κατά τον Καμύ, η ζωή συνιστά την τραγωδία του ανθρώπου, του θνητού και πεπερασμένου που βιώνει τον παραλογισμό του κόσμου, ενώ η ίδια του η διάνοια δεν είναι σε θέση να τον στηρίξει.
Το παράδοξο και οι αντιθέσεις χαρακτηρίζουν το έργο του αλλά και τον ίδιο τον Καμύ και κατ’ επέκταση τη ζωή του. Ο λογοτέχνης, άλλωστε, όπως μας πληροφορεί ο βιογράφος του, Ολιβιέ Τοντ, ήταν αδιαπραγμάτευτος σε αυτό: ζωή και γραφή πάντα πορεύονται μαζί. Και αφού η ζωή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον θάνατο, ως φυσικό επακόλουθό της, θάνατος και σκέψη πορεύονται μαζί. “Δεν υπάρχει τίποτα πιο παράλογο από τον θάνατο σε τροχαίο δυστύχημα”, πίστευε… Ο Καμύ έφυγε από τη ζωή στις 4 Ιανουαρίου 1960 σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα. Στην τσέπη του βρέθηκε ένα εισιτήριο για το τρένο…

Ας δούμε τη λογική του συγγραφέα μέσα από τις φαινομενικά παράλογες πεποιθήσεις του.


“Από τη στιγμή που όλοι θα πεθάνουμε, είναι προφανές πως το πού και το πότε δεν έχει σημασία”. Μπορεί μέσα από τα συγκεκριμένα λόγια του Αλμπέρ Καμύ να διαφαίνεται ο άνευ σημασίας τόπος και χρόνος θανάτου, το πώς όμως κατέχει εξέχουσα θέση και διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο στη σκέψη και στη φιλοσοφία του. Το πώς δεν είναι απλά ο τρόπος αλλά κάτι πολύ περισσότερο, είναι το πώς θα πεθάνει κανείς ευτυχισμένος. Πιο συγκεκριμένα, πώς να ζήσει κάποιος ευτυχισμένος έτσι ώστε ακόμη και ο θάνατός του να είναι ευτυχισμένος.
“Δεν υπάρχει παρά ένα μονάχα φιλοσοφικό πρόβλημα πραγματικά σοβαρό: το πρόβλημα της αυτοκτονίας. Τη στιγμή που αποφασίζεις πως η ζωή αξίζει ή δεν αξίζει τον κόπο να τη ζήσεις, απαντάς στο βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας…”. Το νόημα της ζωής, ο λόγος για τον οποίο “αξίζει τον κόπο να ζεις” είναι, σύμφωνα με τον φιλόσοφο, το πιο σημαντικό ερώτημα, πιο σημαντικό ακόμη και από την ίδια τη ζωή. Ο νομπελίστας χρησιμοποιεί το παράλογο για να περιγράψει την αίσθηση της ανούσιας ύπαρξης μέσα σε έναν κόσμο που δεν έχει νόημα. Αυτό είναι που αποκαλεί ο ίδιος παράλογο… την αιώνια αναζήτηση νοήματος σε κάτι που στερείται του τελευταίου.
“Ακόμα κι ο ίδιος ο αγώνας προς την κορυφή φτάνει για να γεμίσει μια ανθρώπινη καρδιά. Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο. Μέσα από τη συγκεκριμένη, σχεδόν αποφθεγματική, ρήση, εξήγησε την ελευθερία του παράλογου. Οι θεοί είχαν καταδικάσει τον Σίσυφο να κυλάει αδιάκοπα ένα βράχο ως την κορυφή ενός βουνού από την οποία ο βράχος έπεφτε πάλι. Είχαν σκεφτεί πως δεν υπάρχει πιο φοβερή τιμωρία από τη χωρίς όφελος και ελπίδα εργασία.

Ο Σίσυφος είναι ο τραγικός ήρωας αυτού του μύθου, τραγικός όχι γιατί στερείται της ελπίδας, αλλά γιατί έχει συνείδηση της κατάστασής του. Έχει συνείδηση της πραγματικότητας. “Δεν υπάρχει μοίρα που να μην νικιέται με την περιφρόνηση”, γράφει ο Καμύ. Ο Σίσυφος αποδεχόμενος τη μοίρα του πάει ένα βήμα πιο πέρα, αλλάζοντάς την τρόπο τινά και ορίζοντας ο ίδιος το πεπρωμένο του. Μόνον έτσι μπορεί να απελευθερωθεί από αυτό και να ευτυχήσει. Ο άνθρωπος, αντίστοιχα, αντιμετωπίζει το παράλογο βιώνοντας και γνωρίζοντάς το. Έτσι, εξεγείρεται, επαναστατεί, υπάρχει…
“Και τι αποτελεί την ουσία αυτής της σύγκρουσης, αυτής της απόστασης ανάμεσα στον κόσμο και το πνεύμα μου, εκτός από τη συνείδησή μου;” αναρωτιόταν… Πρέπει να φανταστούμε τον Albert Camus ευτυχισμένο.

Κυριακή Παπακωνσταντίνου
Πηγή: kalamatain
Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Συναφές:
Το παράλογο και η αυτοκτονία

Πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο.

  Βιβλία, Διδακτικές ιστορίες και μύθοι, Φιλοσοφία  

Ο Μύθος του Σίσυφου ήταν ανέκαθεν συμπαθής. Το μαρτύριο του εν γένη πάσχοντος ανθρώπου. Η ματαιότητά του. Κι ακόμη πιο πέρα. Η συνειδητοποίηση της ματαιότητας. Η προσπάθεια που είναι καταδικασμένη από την γέννησή της. Ο βράχος που έτσι κι αλλιώς θα κυλήσει πίσω.
Αναρωτιόμαστε μερικές φορές γιατί ο ευρηματικός και πολυμήχανος Σίσυφος δεν έμενε άπραγος. Δεν άφηνε το βράχο του ακίνητο. Μετά συνειδητοποιούμε πόσο κουραστικά ανώφελο και πληκτικό θα ήταν κι αυτό. Και έπειτα τόσοι και τόσοι Σίσυφοι θα ‘πρεπε να παραδειγματιστούν. Να κυλούν αδιαμαρτύρητα τους δικούς τους βράχους. Να τους στεριώνουν με υπομονή και κόπο. Να υπομένουν καρτερικά το μαρτύριο της αποτυχίας. Να παρακολουθούν στωικά τον βράχο να επιστρέφει στην Κοιλάδα των Θεών. Και να μένουν πιστοί και ακούραστοι εργάτες, ταγμένοι στο κυκλικό και επαναλαμβανόμενο βασανιστήριο που τους δόθηκε, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούν να ξεφύγουν από τη μοίρα τους. Και όσο πιο πολύ το συνειδητοποιούν αυτό το τελευταίο, τόσο πιο πολύ δένονται με τον βράχο τους. Φτιαγμένοι από το ίδιο ανθεκτικό υλικό που στέκει ανέπαφο σε αιώνες και ματαιότητες.
Η Ελληνική Μυθολογία προσφέρει πληθώρα διδακτικών και όμορφων μύθων. Κανένα όμως δεν είναι τόσο γοητευτικός όσο αυτόν του Σίσυφου.
Ήταν ιδρυτής και βασιλιάς της αρχαίας Εφύρας, που έγινε κατόπιν γνωστή ως Κόρινθος. Η περιπέτεια του Σίσυφου άρχισε όταν ο Δίας αποπλάνησε την Αίγινα, κόρη του ποταμού-θεούΑσωπού. Όταν ο πατέρας του κοριτσιού πήγε στην Κόρινθο αναζητώντας την κόρη του, συμφώνησε με τον Σίσυφο, που γνώριζε πολύ καλά τι είχε συμβεί, ότι, αν του έδινε πληροφορίες, εκείνος θα έκανε να αναβλύσει στην ακρόπολη της Κορίνθου μια αστείρευτη πηγή. Έτσι, ο Σίσυφος είπε όλα όσα γνώριζε στον Ασωπό κι εκείνος καταδίωξε άγρια τον πατέρα των θεών για να πάρει εκδίκηση. Όταν τελικά ο Δίας κατάφερε να γλιτώσει από την οργή του, πρόσταξε τον Άδη να πάρει στα Τάρταρα τον Σίσυφο και να του επιβάλει αιώνια τιμωρία. Όμως ο Σίσυφος με πονηριά κατόρθωσε να αλυσοδέσει τον ίδιο τον Άδη και να τον φυλακίσει. Για όσο διάστημα ο Άδης βρισκόταν φυλακισμένος, κανείς δεν μπορούσε να πεθάνει. Η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί ήταν τόσο περίεργη, που ακόμη και φρικτά σακατεμένοι άνθρωποι και ζώα περιφέρονταν παντού σαν να μη συνέβαινε τίποτα. Τότε, ο Άρης, ο θεός του πολέμου, αποφάσισε να δώσει ένα τέρμα. Πήγε στο παλάτι του Σίσυφου κι αφού απελευθέρωσε τον Άδη, του παρέδωσε τον Κορίνθιο βασιλιά.
Ο Σίσυφος όμως δεν είχε πει ακόμη τον τελευταίο του λόγο. Προτού κατεβεί στα Τάρταρα, είχε δώσει εντολή στη σύζυγο του Μερόπη να μη θάψει το σώμα του. Έτσι, μόλις έφτασε στον Κάτω Κόσμο, αξίωσε πως, αφού ήταν άταφος, δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Με αυτό τον τρόπο εξαπάτησε την Περσεφόνη,τη γυναίκα του Άδη, που του έδωσε άδεια να επιστρέψει στη γη για τρεις ημέρες, ώστε να κανονίσει να ταφεί το σώμα του. Βέβαια, ο Σίσυφος δε σκόπευε να τηρήσει τη συμφωνία. Στο ομότιτλο έργο του ο Καμύ αναφέρει:
" Αλλά όταν ο Σίσυφος αντίκρισε πάλι το πρόσωπο του πάνω κόσμου, όταν απόλαυσε το νερό και τον ήλιο, τις πέτρες και τη θάλασσα, δεν θέλησε πλέον να επιστρέψει στο σατανικό σκοτάδι.Οι κλήσεις του Άδη, σημάδια του θυμού του για την συμφωνία που δεν τηρήθηκε, και οι προειδοποιήσεις του προς τον Σίσυφο ήταν ανώφελες. Για καιρό εκείνος επέμενε να ζει απολαμβάνοντας την εικόνα της λαμπυρίζουσας θάλασσας και τα χαμόγελα της γης. Ένα διάταγμα των Θεών ήταν απαραίτητο. Ο Ερμής, λοιπόν, ήρθε και άρπαξε το αναιδές άτομο από το λαιμό στερώντας του τις επίγειες χαρές του και τον οδήγησε βίαια πίσω στον Κάτω κόσμο, όπου ο βράχος του- η αιώνια τιμωρία του- τον περίμενε".
Και ο Καμύ στο "Μύθο του Σισύφου" συνεχίζει: "Οι Θεοί είχαν καταδικάσει τον Σίσυφο να κυλά ασταμάτητα έναν βράχο στην κορυφή ενός βουνού, από όπου όμως αυτή η τεράστια πέτρα, διαρκώς κατρακυλά στη βάση της, λίγο πριν φτάσει στην κορυφή. Είχαν σκεφτεί για κάποιο λόγο ότι δεν υπάρχει πλέον φοβερή τιμωρία από την ανώφελη και μάταιη εργασία. Ήδη έχετε καταλάβει ότι ο Σίσυφος είναι ο παράλογος ήρωας. Είναι, τόσο μέσω των παθών του όσο και μέσω των βασανιστηρίων του. Η περιφρόνησή του για τους θεούς, η έχθρα του με τον θάνατο και το πάθος του για τη ζωή τον σπρώχνουν σε μία απερίγραπτη ποινική ρήτρα, στην οποία ολόκληρη η ύπαρξη του εξαρτάται και ασκείται να ολοκληρώνει ένα αέναο τίποτα. Αυτό είναι η τιμή που πρέπει να καταβληθεί για τα γήινα και ασυγχώρητα πάθη του".
Ο Camus υποστηρίζει ότι ο Σίσυφος γεύεται για μια σύντομη στιγμή την ελευθερία. Είναι ακριβώς εκείνη η μοναδική στιγμή, όταν έχει τελειώσει με το σπρώξιμο του βράχου και δεν χρειάζεται ακόμα να ξεκινήσει από την αρχή.
"Είναι –αναφέρει- κατά τη διάρκεια εκείνης της επιστροφής, όταν ο Σίσυφος σταματά για λίγο τον αγώνα του, η στιγμή που με ενδιαφέρει. Ένα πρόσωπο που κοπιάζει έτσι κοντά στις πέτρες είναι ήδη ο ίδιος πέτρα! Τον βλέπω που επιστρέφει κάτω με ένα βαρύ και μετρημένο πια βήμα, πλησιάζοντας προς το βασανιστήριο του που και ο ίδιος δεν εννοεί και δεν γνωρίζει πότε θα τελειώσει. Εκείνη η ώρα που μοιάζει με ανάπαυλα και ανάσα ενώ επιστρέφει βέβαιος πια για την επανάληψη του βασανιστηρίου του είναι η ώρα της συνείδησης. Σε κάθε μια από εκείνες τις στιγμές, όταν αφήνει τα ύψη και επιστρέφει στην Κοιλάδα των Θεών, είναι ανώτερος από τη μοίρα του. Είναι ισχυρότερος από το βράχο του. Εάν αυτός ο μύθος είναι τραγικός, αυτό συμβαίνει επειδή ο ήρωάς του γνωρίζει την ματαιότητα της προσπάθειας. Πόσο διαφορετική τροπή θα είχε αυτό το βασανιστήριο αν σε κάθε βήμα και σε κάθε του προσπάθεια τον συντρόφευε η ελπίδα της επιτυχίας; Ο σύγχρονος εργαζόμενος πορεύεται καθημερινά με τους ίδιους στόχους και η μοίρα του δεν είναι λιγότερο παράλογη. Αλλά το τραγικό είναι ότι μόνο σε σπάνιες στιγμές αυτό το συνειδητοποιούμε. Ο Σίσυφος, προλετάριος των θεών, ανίσχυρος κι επαναστατημένος, ήξερε όλη την έκταση της άθλιας ύπαρξής του: είναι εκείνη που σκέφτεται όσο διαρκεί η κατάβασή του. Η σύνεση με την οποία δέχεται το μαρτύριό του συμπληρώνει την ίδια στιγμή τη νίκη του. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΙΡΑ ΠΟΥ ΝΑ ΜΗ ΝΙΚΙΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ".
Και ο Camus καταλήγει: "Ο βράχος κυλά ακόμη. Αφήνω λοιπόν το Σίσυφο στους πρόποδες του βουνού. Πάντα ξαναβρίσκει κανείς το φορτίο του. Ο Σίσυφος όμως συμβολίζει την ανώτερη πίστη που αρνιέται τους θεούς κι ανυψώνει τους βράχους. Κι εκείνος κρίνει πως όλα είναι καλά. Αυτό το σύμπαν το αδέσποτο στο εξής δεν του φαίνεται ούτε άκαρπο, ούτε μάταιο. Ο κάθε κόκκος της πέτρας, η κάθε λάμψη αυτού του γεμάτου νύχτα βουνού πλάθει, μονάχα γι' αυτόν, τη μορφή ενός κόσμου. Ακόμα κι ο ίδιος ο αγώνας προς την κορυφή φτάνει για να γεμίσει την ανθρώπινη καρδιά. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΑΝΤΑΣΤΟΥΜΕ ΤΟ ΣΙΣΥΦΟ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ...''
* * * * * * * * *
Πηγή : oistros-reportaz1
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com

15 Αποφθέγματα του Αλμπέρ Καμύ

“Να αυτοκτονήσω ή να φτιάξω ένα καφέ;”

n-ALBERT-CAMUS-large570
Μικρή αναφορά στον Αλμπέρ Καμύ μέσα από τα δικά του λόγια.
Ένα απόσπασμα από τον «Eπαναστατημένο ‘Ανθρωπο»: 
«Μπορούμε να καθορίσουμε τη θετική άποψη της αξίας που πιθανόν υπάρχει σε κάθε εξέγερση, συγκρίνοντας τη με μια παντελώς αρνητική έννοια, όπως για παράδειγμα την μνησικακία, έτσι όπως την προσδίδει ο Σέλερ. Πράγματι, η κίνηση της εξέγερσης είναι κάτι περισσότερο από μια πράξη διεκδίκησης, με την πιο έντονη σημασία της λέξης. Η μνησικακία ορίζεται πολύ σωστά από τον Σέλερ ως μια αυτοτοξίνωση, ως η βλαβερή έκκριση, σε κλειστό χώρο, μιας παρατεταμένης ανικανότητας. Η εξέγερση, αντίθετα, τεμαχίζει τον άνθρωπο και τον βοηθά να δει πέρα από το άτομο του. Ελευθερώνει κύματα που από στάσιμα γίνονται ορμητικά. Ο ίδιος ο Σέλερ τονίζει την παθητική πλευρά της μνησικακίας , παρατηρώντας τη σημαντική θέση που κατέχει στην ψυχολογία των γυναικών που κλίνουν προς τον πόθο και την κτητικότητα. Απεναντίας, στην πηγή της εξέγερσης υπάρχει μια αρχή πληθωρικής δραστηριότητας και ενέργειας. Ο Σέλερ έχει, επίσης, δίκιο όταν αναφέρει ότι ο φθόνος χρωματίζει έντονα τη μνησικακία.
Μα φθονούμε κάτι που δεν έχουμε, ενώ ο εξεγερμένος υπερασπίζεται αυτό που είναι.Δεν διεκδικεί μόνο ένα αγαθό που δεν έχει ή που του στέρησαν. Επιδιώκει ν΄αναγνωρίσουν οι άλλοι αυτό που έχει και που ο ίδιος το έχει ήδη αναγνωρίσει , σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις , ως κάτι πιο σπουδαίο απ’ αυτό που θα μπορούσε να φθονήσει. Η εξέγερση δεν είναι ρεαλιστική. Πάντα σύμφωνα με τον Σέλερ, η μνησηκακία, αναλόγως με το αν αναπτύσσεται σε μια δυνατή ή σε μια αδύναμη ψυχή, μεταβάλλεται σε αριβισμό ή πικρία. Και στις δύο περιπτώσεις ωστόσο, θέλουμε να γίνουμε κάτι διαφορετικό απ΄αυτό που είμαστε. Η μνησικακία στρέφεται πάντα εναντίον αυτού που τη νιώθει. Αντίθετα, η πρώτη κίνηση του εξεγερμένου είναι να αρνηθεί στους άλλους να θίξουν αυτό που είναι. Αγωνίζεται για την ακεραιότητα μιας πλευράς του εαυτού του. Αρχικά, δεν ζητά να κατακτήσει, αλλά να επιβάλει.
Μη βαδίζεις μπροστά μου γιατί μπορεί να μην σε ακολουθήσω. Μη βαδίζεις πίσω μου γιατί μπορεί να μη σε οδηγήσω. Βάδιζε πλάι μου και γίνε ο σύντροφός μου.
Μη βαδίζεις μπροστά μου γιατί μπορεί να μην σε ακολουθήσω. Μη βαδίζεις πίσω μου γιατί μπορεί να μη σε οδηγήσω. Βάδιζε πλάι μου και γίνε ο σύντροφός μου.
Τέλος, φαίνεται ότι η μνησικακία απολαμβάνει εκ των προτέρων την οδύνη που θα ήθελε να νιώσει το αντικείμενο της κακίας της. Ο Νίτσε και ο Σέλερ πολύ σωστά βλέπουν μια θαυμάσια απεικόνιση αυτής της ευαισθησίας στο απόσπασμα όπου ο Τερτυλλιανός πληροφορεί τους αναγνώστες του πως, στον ουρανό, η μεγαλύτερη πηγή ευδαιμονίας για τους μακάριους ανθρώπους θα είναι το θέαμα των Ρωμαίων αυτοκρατόρων που θα σιγοκαίγονται στην κόλαση. Παρόμοια ευδαιμονία ένιωθαν οι καλοί άνθρωποι που παρακολουθούσαν τις δημόσιες εκτελέσεις. Η εξέγερση, αντίθετα, έχει ως αρχή να περιορίζεται στην άρνηση της ταπείνωσης, χωρίς να απαιτεί την ταπείνωση των άλλων. Υπομένει ακόμη και τον πόνο αρκεί να σέβονται την ακεραιότητά της.»
camyΑλμπέρ Καμύ-Ο επαναστατημένος άνθρωπος-εκδόσεις Πατάκη.
Ελεύθερος είναι εκείνος που μπορεί να ζει χωρίς να λέει ψέματα.
Ελεύθερος είναι εκείνος που μπορεί να ζει χωρίς να λέει ψέματα.

15 Αποφθέγματα

  1. Ελεύθερος είναι εκείνος που μπορεί να ζει χωρίς να λέει ψέματα.
  2. Μη βαδίζεις μπροστά μου γιατί μπορεί να μην σε ακολουθήσω. Μη βαδίζεις πίσω μου γιατί μπορεί να μη σε οδηγήσω. Βάδιζε πλάι μου και γίνε ο σύντροφός μου.
  3. Για να είμαστε ευτυχισμένοι, πρέπει να μη μας απασχολούν πολύ οι άλλοι.
  4. Να αυτοκτονήσω ή να κάνω καφέ;
  5. Μια από τις χειρότερες αιτίες εχθρότητας είναι η λύσσα και η ποταπή επιθυμία να δεις να υποκύπτει, αυτός που τολμάει να αντιστέκεται σ’ αυτό που σε συνθλίβει.
  6. Ζωή είναι το άθροισμα των επιλογών μας.
  7. Σε τελευταία ανάλυση, χρειάζεται περισσότερο κουράγιο για να ζήσεις παρά για να αυτοκτονήσεις.
  8. Το σχολείο μας προετοιμάζει για τη ζωή σε έναν κόσμο που δεν υπάρχει.
  9. Δεν μου αρέσουν τα μυστικά των άλλων. Με ενδιαφέρουν όμως οι εξομολογήσεις τους.
  10. Η ανάγκη να έχεις πάντα δίκιο, σφραγίδα ενός χυδαίου πνεύματος.
  11. Η παγίδα του μίσους είναι ότι σε δένει με τον χειρότερο εχθρό σου.
  12. Το να δημιουργείς είναι σαν να ζεις δυο φορές.
  13. Αγαπώ υπερβολικά τη χώρα μου για να είμαι εθνικιστής.
  14. Είναι ευχαριστημένοι από τη ζωή μόνο αυτοί που δεν την έχουν ζήσει.
  15. Έχουμε εξορίσει την ομορφιά. Οι Έλληνες είχαν πάρει τα όπλα γι’ αυτήν.
________________
Έναν ντοκιμαντέρ για τον Albert Camus με αγγλικούς υπότιτλους

Αντικλείδι , http://antikleidi.com
Συναφές: 

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Εφυγε από τη ζωή στις 4 Ιανουαρίου 1960 σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα, όταν ο οδηγός, εκδότης Μισέλ Γκαλιμάρ, παρέκκλινε της πορείας του και χτύπησε σε ένα δέντρο.

Nikos Metaxakis


Εφυγε από τη ζωή στις 4 Ιανουαρίου 1960 σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα, όταν ο οδηγός, εκδότης Μισέλ Γκαλιμάρ, παρέκκλινε της πορείας του και χτύπησε σε ένα δέντρο. Ο Καμύ σκοτώθηκε επί τόπου. Ο ίδιος έλεγε στους φίλους του ότι «δεν υπάρχει τίποτα πιο σκανδαλώδες από τον θάνατο ενός παιδιού και τίποτα πιο παράλογο από το θάνατο σε τροχαίο δυστύχημα».
«Επαναστατώ, άρα υπάρχουμε» επιβεβαιώνει ο Αλμπέρ Καμύ.
Η εξέγερση είναι ο μόνος τρόπος για να ξεπεράσουμε το παράλογο.
Αλλά το αληθινό θέμα του Επαναστατημένου ανθρώπου είναι τα ερωτήματα που θέτει το διεισδυτικό πνεύμα του Καμύ: πώς ο άνθρωπος, στο όνομα της εξέγερσης, συμβιβάστηκε με το έγκλημα;
Πώς η εξέγερση κατέληξε στα αυταρχικά κράτη του 20ού αιώνα που αντιγράφουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης;
Πώς η ανθρώπινη περηφάνια αλλαξοδρόμησε;
Ο Επαναστατημένος άνθρωπος είχε ευθύς εξαρχής τεράστιο αντίκτυπο, προκάλεσε όμως και πολλές
αντιδράσεις από διάφορες πλευρές: κομουνιστές, σουρεαλιστές, υπαρξιστές, χριστιανούς.
Οι σύγχρονοι του Καμύ δεν ήταν αρκετά ώριμοι για να παραδεχτούν αλήθειες που επιβλήθηκαν τα κατοπινά χρόνια, καθιστώντας τον Επαναστατημένο άνθρωπο έργο επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε.
«...Το επαναστατικό πνεύμα στην Ευρώπη μπορεί επίσης, για πρώτη και τελευταία φορά, να στοχαστεί πάνω στις αρχές του, ν’ αναρωτηθεί ποια παρέκκλιση το οδηγεί στον χαμό της τρομοκρατίας και του πολέμου, και να ξαναβρεί, μαζί με τις αιτίες της εξέγερσής του, την πίστη του σε τούτες τις αρχές»
* Γάλλος φιλόσοφος, συγγραφέας και δημοσιογράφος, ο Αλμπέρ Καμύ γεννήθηκε, σαν σήμερα, στις 7 Νοεμβρίου του 1913 στην Αλγερία. Ιδρυτής του Theatre du Travail (1935), χρωστά σχεδόν εξίσου τη φήμη του στα μυθιστορήματά του «Ο Ξένος» και «Η Πανούκλα», στα θεατρικά του έργα «Καλλιγούλας» και «Οι δίκαιοι» αλλά και στα .... φιλοσοφικά του δοκίμια «Ο Μύθος του Σίσυφου» και «Ο επαναστατημένος άνθρωπος».
Έγραψε για την αναζήτηση του νοήματος στη ζωή και για την ανάγκη της εξέγερσης και τιμήθηκε με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1957.
Για τον βιογράφο του, Ολιβιέ Τοντ, ήταν ένας «επικίνδυνος συγγραφέας» αμφισβητώντας το ιδεολογικό δόγμα ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.
Ο Καμύ δεν αποδέχεται τον σουρεαλισμό, χαρακτηρίζοντάς τον παρωχημένο πνευματικό κίνημα, αλλά, αντιθέτως, αντιλαμβάνεται το παράλογο με την έννοια του αντιφατικού, του μη λογικού.
Δεν θεωρεί λογικό εκείνον που σκέφτεται, αλλά εκείνον που αισθάνεται λογικά, αναφέροντας σ' ένα από τα πρώτα του άρθρα ότι «η Τέχνη δεν αντέχει τη λογική».
Από τα 47 χρόνια της ζωής του τα 27 τα έζησε στην Αλγερία και τα 20 στη Γαλλία.
Ο ίδιος συστηνόταν ως «γιος ενός οιναποθηκάριου και μιας παραδουλεύτρας, ανιψιός βαρελοποιού».
Ο πατέρας του, Λουσιάν, τραυματίστηκε στη μάχη της Μαρν κατά τη διάρκεια του ‘Α Παγκοσμίου Πολέμου και λίγο αργότερα πέθανε. Με τη μητέρα του είχε μία πολύ ιδιαίτερη σχέση.
Χαρακτηριστικό είναι ότι της αφιέρωνε τα βιβλία του με την επισήμανση «σ΄ αυτήν που δεν θα μπορέσει να το διαβάσει ποτέ», γιατί ήταν αγράμματη.
Ο Καμύ ξεκινάει να γράφει πολύ νέος και τα πρώτα του κείμενα δημοσιεύονται στο περιοδικό Sud το 1932.
Πήρε πτυχίο ανωτάτων σπουδών στη φιλολογία αλλά εξαιτίας της φυματίωσης δεν κατάφερε να περάσει τον διαγωνισμό πιστοποίησης που θα του επέτρεπε να ασχοληθεί με την εκπαίδευση (agrégation).
Δύο χρόνια μετά την εγγραφή του στο κομουνιστικό κόμμα, το εγκαταλείπει, προσάπτοντάς του «ιδεολογικό απολυταρχισμό».
Εκείνη την εποχή γράφει στα σημειωματάριά του:
«Όσοι έχουν κάποιο μεγαλείο μέσα τους δεν κάνουν πολιτική».
Εργάζεται στην εφημερίδα Front populaire (Το λαϊκό μέτωπο), του Πασκάλ Πια, όμως η έρευνά του με τίτλο «Μιζέρια της Καμπυλίας», συναντά αντιδράσεις και το 1940 η κυβέρνηση της Αλγερίας θα απαγορεύσει την εφημερίδα και θα φροντίσει να μη ξαναβρεί δουλειά ο Καμύ.
Τότε είναι που εγκαθίσταται στο Παρίσι και εργάζεται ως γραμματέας σύνταξης στην εφημερίδα Paris-Soir.
Εκείνη την περίοδο θα δημοσιεύσει και τον «Ξένο» (1942) και τον «μύθο του Σίσυφου» (1942). «Ο Ξένος», η ιστορία ενός άντρα που δεν δείχνει κανένα συναίσθημα για το θάνατο της μητέρας του, που στη συνέχεια σκοτώνει έναν Άραβα, έγινε παγκόσμια εκδοτική επιτυχία.
Σύμφωνα με την δική του άποψη περί ταξινόμησης του έργου του, αυτά τα έργα υπάγονται στον «κύκλο του παραλόγου», ο οποίος θα συμπληρωθεί με τα θεατρικά έργα «Η παρεξήγηση» και ο «Καλλιγούλας».
Το 1943 προσλαμβάνεται ως αναγνώστης από τον εκδοτικό οίκο Gallimard.
Κατά την κατοχή της Γαλλίας από τους Ναζί, ο Καμύ υπήρξε ενεργός στην αντίσταση, γράφοντας και έχοντας την αρχισυνταξία για την παράνομη εφημερίδα Combat.
Το λογοτεχνικό του έργο συνεχίζεται με τον «κύκλο της εξέγερσης», στον οποίο περιλαμβάνεται η «Πανούκλα» (1947) αλλά και άλλα έργα όπως «Οι δίκαιοι» (1949) και «Ο επαναστατημένος άνθρωπος» (1951).
Ο βιογράφος του γράφει για τη σχέση του με τη δημοσιογραφία:

«Πολλοί συγγραφείς γεννιούνται από τη δημοσιογραφία. Αλλοι τόσοι θάβονται απ΄ αυτήν. Ο Καμύ ξεκινάει μια αντίστροφη κίνηση. Ξέρει ήδη να στήνει το σκηνικό, να τοποθετεί τα πρόσωπα.
Το δίπλωμα της φιλοσοφίας του είναι χρήσιμο: αναζητεί το νόημα κάτω από τα γεγονότα».
Πολιτική και δημοσιογραφία έχουν αξίες ασύμβατες κατά τον Καμύ, καθώς ο πολιτικός αποκρύπτει την αλήθεια, ενώ ο δημοσιογράφος οφείλει να την ξεσκεπάσει, χαρακτηρίζοντας τον δημοσιογράφο «ιστορικό τού άμεσου».
Επισκέφθηκε την Ελλάδα στις 28 Απριλίου 1955 και είχε δώσει διάλεξη στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας. Τη συζήτηση αποτύπωσε στο μαγνητόφωνο ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος.
Εκείνη την εποχή, οι μνήμες του Εμφυλίου στη χώρα μας ήταν ακόμα νωπές, ενώ ο Καμύ είχε ήδη συνυπογράψει επιστολή συμπαράστασης στους αριστερούς που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο (1949), ενώ αργότερα κράτησε την ίδια στάση και για τους αγωνιστές της Κύπρου.
«Πράγματι», παραδεχόταν, «υπήρξε μια γαλλική εθνική αλληλεγγύη και υπήρξε και μια ελληνική εθνική αλληλεγγύη: η αλληλλεγγύη της οδύνης.
Αυτή την αλληλεγγύη μπορούμε να την ξαναβρούμε κάθε στιγμή και όχι μόνο με το ένδυμα της οδύνης».
Κατά τη συζήτηση αυτή, απάντησε και στην ερώτηση «πού είναι η ελευθερία την οποία διεκδικείτε;»,
που του έθεσε μια μαθήτρια: «Η άνευ όρων ελευθερία είναι το αντίθετο της ελευθερίας.
Την άνευ ορίων ελευθερία μόνον οι τύραννοι μπορούν να την ασκούν.
Ο Χίτλερ ήταν ένας σχετικά ελεύθερος άνθρωπος, ο μόνος άλλωστε από όλη την Αυτοκρατορία του.
Αλλά αν θέλουμε να ασκήσουμε μια αληθινή ελευθερία, αυτή δεν μπορεί να ασκηθεί μόνο προς το συμφέρον τού ατόμου που την ασκεί. Η ελευθερία είχε πάντα ως όριο την ελευθερία των άλλων».
Ο συγγραφέας έφυγε από τη ζωή στις 4 Ιανουαρίου 1960 σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα, όταν ο οδηγός, εκδότης Μισέλ Γκαλιμάρ, παρέκκλινε της πορείας του και χτύπησε σε ένα δέντρο.
Ο Γκαλιμάρ τραυματίστηκε σοβαρά και πέθανε πέντε ημέρες αργότερα στο νοσοκομείο.
Ο Καμύ σκοτώθηκε επί τόπου. Ο ίδιος έλεγε στους φίλους του ότι «δεν υπάρχει τίποτα πιο σκανδαλώδες από τον θάνατο ενός παιδιού και τίποτα πιο παράλογο από το θάνατο σε τροχαίο δυστύχημα».
Η σορός του ενταφιάστηκε στην Lourmarin, στη Νότια Γαλλία, όπου διέμενε τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Αλμπέρ Καμύ: Μάθημα δημοσιογραφίας 77 χρόνια μετά

Αλμπέρ Καμύ: Μάθημα δημοσιογραφίας 77 χρόνια μετά

του Πιέρρου Τζανετάκου

«Διαύγεια, άρνηση, ειρωνεία και επιμονή» είναι σύμφωνα με τον Αλμπέρ Καμύ τα μέσα για να παραμείνει ένας δημοσιογράφος ανεξάρτητος και να ασκεί απρόσκοπτα το λειτούργημα της ενημέρωσης. Αυτό προκύπτει από το κείμενο του Γαλλοαλγερινού συγγραφέα «Μανιφέστο του ελεύθερου δημοσιογράφου», γραμμένο το 1939 για την εφημερίδα «LeSoir Republicain», αλλά δημοσιευμένο πολλά χρόνια μετά το θάνατό του (το 2013 στη Le Monde), καθώς λογοκρίθηκε από τις αποικιοκρατικές αρχές στην Αλγερία του Μεσοπολέμου.
Διαύγεια ως καθαρή, αντικειμενική ματιά στα τεκταινόμενα. Άρνηση ως επιλογή του τι προτάσσει κανείς στη δημοσιότητα και τι όχι. Ειρωνεία ως το μέσο που χτυπά τους ισχυρούς και αυτοί «πονάνε». Επιμονή ως συνεχής προσπάθεια ανάδειξης όσων οι κατέχοντες την εξουσία προσπαθούν να κρατήσουν κρυμμένα κάτω από το χαλί. Παρότι στο δυτικό κόσμο του 21ου αιώνα δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν παραλληλισμοί με την προπολεμική, αλλά και την ψυχροπολεμική καταστολή των ελευθεριών σε όλα τα πεδία της έκφρασης, τα μηνύματα του Καμύ, ο οποίος εργάστηκε για χρόνια και ως δημοσιογράφος, παραμένουν επίκαιρα.
Σήμερα οι καταναγκασμοί σε βάρος της ελεύθερης δημοσιογραφίας ποικίλλουν και διαφέρουν: Ξεκινούν από την ανάγκη της ταχύτητας. Διαχέονται μέσω της υπερπροσπάθειας διαχείρισης του παγκόσμιου ορυμαγδού πληροφοριών. Λαμβάνουν απτή μορφή στη διαδικασία εμπορικοποίησης της είδησης. Και φυσικά εξυπηρετούν κάθε είδους λαϊκισμό, υπηρετώντας όμως παράλληλα, ανοίκεια- και πάντα οικονομικά- συμφέροντα.
Χρονιά γεμάτη πολιτικά γεγονότα το 2015 με την Ελλάδα- ευτυχώς ή δυστυχώς- να βρίσκεται στο δημοσιογραφικό επίκεντρο σε οικουμενικό επίπεδο. Κάτι ανάλογο φαίνεται πως θα συμβεί και το 2016. Για το έτος που φεύγει και ως έλληνες δημοσιογράφοι δεν θα πρέπει να είμαστε υπερήφανοι όσον αφορά τον τρόπο κάλυψης της «ειδησεογραφίας». Από όποια πλευρά και να το δει κανείς. Είτε επιλέξει κάποιος να κρίνει την απρόσκοπτη οικονομική τρομολαγνεία των ατέρμονων διοριών, υπό τις απειλές του επερχόμενου ερέβους, είτε προτιμήσει να καταγγείλει την άκριτη και σε βαθμό αποστήθισης αναπαραγωγή δήθεν φιλολαϊκών κυβερνητικών απόψεων, θα έχει το δίκιο με το μέρος του. Η υπερβολή στον τρόπο παρουσίασης των ειδήσεων και η- χωρίς δεύτερη σκέψη- χρήση όρων που παραπέμπουν σε άλλες εποχές και σκληρά καθεστώτα εκθέτουν ανεπανόρθωτα αμφότερες τις πλευρές. Ενδεχομένως να πετυχαίνουν το στόχο τους, που δεν είναι άλλος από τη δημιουργία της πολυπόθητης και όσο το δυνατόν ευρύτερης εμπορικής αντιπαράθεσης. Λειτουργούν, όμως, και ως πολιορκητικοί κριοί εναντίον του συλλογικού υποσυνείδητου: Διαβρώνουν την κριτική ικανότητα, αναπαράγουν τον συναισθηματικό υπόκοσμο και σε τελική ανάλυση στερούν από τον πολίτη το συνταγματικό δικαίωμα της ενημέρωσης.
Είναι πολλά που λείπουν από την ελληνική δημοσιογραφία σήμερα. Κυριότερο όλων, η επιστημονική προσέγγιση των πολύπλοκων ζητημάτων της επικαιρότητας. Αυτή θυσιάζεται αβίαστα στο βωμό της ταχύτητας, κατατροπώνεται από τη μανιώδη ζήτηση της ατάκας. Από την άλλη, πολλά είναι και αυτά που περισσεύουν. Σημαντικότερο, η εγγενής ροπή προς τη λαϊκίστικη εξύψωση της επιλεγμένης είδησης, η ανάδειξη της οποίας ευτελίζει ακόμα περισσότερο την όποια αξία κατέχει στις μέρες μας η δημόσια σφαίρα. Εντός αυτού του παθογενούς πλαισίου και εν όψει των επερχόμενων τεκτονικών γεγονότων που πρόκειται να συμβούν τόσο κατά τη διάρκεια του νέου έτους όσο και αργότερα, το τετράπτυχο του Καμύ «διαύγεια, άρνηση, ειρωνεία και επιμονή» αποτελεί ακόμα και τώρα, μετά 77 χρόνια, ένα πραγματικό μάθημα δημοσιογραφίας.

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

«Μέρες στη θάλασσα, όλες τους όμοιες όπως η ευτυχία...» μονολογεί με μεσογειακό πάθος ο Αλμπέρ Καμί

     Συντροφιά με τον Αλμπέρ Καμί στο Αιγαίο   
Ένα ταξίδι στο ελληνικό καλοκαίρι, παρέα με ιδέες 
και αποσπάσματα από τα βιβλία του βραβευμένου συγγραφέα
O Αλμπέρ Καμί. Φωτογραφία: Condé Nast Archive/Corbis/Smartmagna.com


«Μέρες στη θάλασσα, όλες τους όμοιες όπως η ευτυχία...» μονολογεί με μεσογειακό πάθος ο Αλμπέρ Καμί, καθώς περιδιαβάζουμε συντροφιά αυτό το καλοκαίρι, που προβάλλει γυμνό και ολόφωτο πίσω από κάθε μεγάλο ή μικρό βράχο της μεγάλης θάλασσάς μας, της Μεσογείου. Από τον ψηλότερο βράχο, το Γιβραλτάρ, το δεύτερο θεόρατο μονόπετρο του Αιγαίου, τον Κάλαμο της Ανάφης, κι από την Πέτρα του Ρωμιού, στην ακτή της Αφροδίτης στην Κύπρο, ως το νησάκι Πιπέρι, τη Δήλο των ταξιδιών στις Κυκλάδες, «θάλασσα πλατιά, πάντα να οργώνεται και πάντα να παραμένει παρθένα, μαζί με τη νύχτα, θρησκεία μου...».
Μοιάζουν τόσο πολύ να συντονίζονται οι ατέρμονες αμμουδιές του Οράν, στην Αλγερία, με τη μικροσκοπική, πεπερασμένη μέσα στην αγκαλιά του βράχου, κρυφή παραλία Βότσαλα της Σχοινούσας, απέναντι από την Κέρο, τον παράδεισο των κυκλαδικών ειδωλίων, των αενάως μοντέρνων, που τέρπουν και μαθαίνουν την αφαίρεση των περιττών και την πρόσθεση των ουσιωδών, όσο απλών και μικρών κι αν είναι. Κι αυτά τα λευκά και γκρίζα βότσαλα, ίσως και μερικά καφέ και κίτρινα, στον έρημο κόρφο της Σχοινούσας, είναι ακόμη πιο αφηρημένα, αλλά και ακόμη πιο σαφή ως προς την αίσθηση και το υλικό, πρωτότυπα των κυκλαδικών ειδωλίων. «Είχα πάντα την αίσθηση πως ζούσα στο πέλαγος, σε κίνδυνο, στην καρδιά μιας μεγαλόπρεπης ευτυχίας».
Το καΐκι του καπετάν Πράσινου, σαν μικρός άγγελος των Μικρών Κυκλάδων, γυρίζει την πρύμνη του στα Βότσαλα και βάζει πλώρη για τα Γλαρονήσια και την Κέρο, με τελικό προορισμό το Πάνω Κουφονήσι. Σήμερα παίζουν τα βιολιά και μια παρέα παιδιών από τη Σχοινούσα πηγαίνει εκεί για να ξεφαντώσει. Θυμάστε τα βιολόσχημα κυκλαδικά ειδώλια; Θα σχηματιστούν ξανά στον νου σας αν κάνετε μια βόλτα στις αίθουσες του Αρχαιολογικού Μουσείου στο Κάστρο της Νάξου. Το σχήμα του βιολιού διαγράφεται λες στα χρωμοσώματα των νησιωτών και τους συνεγείρει και τους ξεσηκώνει. Ακου τον ικαριώτικο χορό. Σαν να κυματίζει το Ικάριο Πέλαγος. Στα εκατό και βάλε πανηγύρια που γίνονται ολοχρονίς στο νησί, οι άνθρωποι αγκαλιάζονται σφιχτά κα χορεύουν εκστασιασμένοι απέναντι στον ήλιο που ανατέλλει. Οπως το πανηγύρι του Αγίου Ισιδώρου, στις 14 Μαΐου, που ανοίγει τον μεγάλο κύκλο του καλοκαιριού. Το γλέντι τους είναι μια τελετουργία συνεργασίας και προσφοράς. Αιώνες απομονωμένοι και με μετρημένα εφόδια, έβαζαν στο κέντρο της κοινότητας το βρισκούμενο για να διασκεδάσουν και να χαρούν όλοι μαζί. Κατσικίσιο κρέας και κρασί. Αυτά μόνο. Α, και κέφι, και αρχοντιά, και διάθεση για ζωή. Ακόμη και τώρα, το πρώτο πιάτο του πανηγυριού, το «καλώς όρισες», είναι το βραστό κρέας και το ζουμί του. Το λένε πρόθεση και προσφέρεται ακόμη δωρεάν. Οπως και το σφιχταγκάλιασμα του ικαριώτικου χορού. Τη θάλασσα και την έρημο για να τις ζήσεις έχεις ανάγκη τη συνεργασία.
«Μεγάλωσα στη θάλασσα και η φτώχεια ήταν για μένα χλιδή. Υστερα έχασα τη θάλασσα και όλη η πολυτέλεια τότε μου φάνηκε γκριζωπή, η μιζέρια αβάσταχτη. Κι από τότε περιμένω. Περιμένω τα πλοία του γυρισμού, το σπίτι των νερών, τη διάφανη μέρα».
Ο Αλμπέρ Καμί απογειώνεται ξαπλωμένος στα μάρμαρα του Ναού της Αφαίας στην Αίγινα και αφουγκράζεται τις δονήσεις της ελληνικής γης, όπως και την απίστευτη δύναμή της που έρχεται από παλιά, από την παιδική ηλικία ετούτων των μελών του Ναού. Για αυτόν τον επαναστατημένο άνθρωπο η Ελλάδα είναι πατρίδα και θάλασσα. «Για εμάς τους Μεσογειακούς η Ελλάδα είναι μια πηγή. Θέλω να πω ότι η Μεσόγειος έχει κάτι, ένα συστατικό στοιχείο, που της επιτρέπει να ισορροπεί τα πάντα και να μας δίνει πάντα ένα μάθημα μέτρου». Και τρέχει να βουτήξει στην αγκαλιά της, για να κρατήσει για πάντα τη θέρμη των μαρμάρων. «Τα μάτια μου θάμπωσαν από τη φωτεινότητα του γαλάζιου, όταν κολυμπούσα στα ιερά νερά, που απλώνονταν μέχρι τον Ναό. Τώρα μονάχα μπορώ να πω ότι έχω ζήσει...».
Η αίσθηση της θάλασσας μοιάζει να πετάγεται απέναντι, στην Κολόνα της Κύθνου, συντροφιά με την αίσθηση του καλοκαιριού. Και μπαίνουν μαζί διαδοχικά στους δύο όρμους που μοιάζουν με ένα ζευγάρι νέων που κάθονται στην παραλία πλάτη με πλάτη και τους χωρίζει μόνο ένα εύπλαστο τείχος αμμουδιάς που υψώνουν τα κορμιά τους, καθώς αγωνίζονται να πλησιάσουν ακόμη πιο κοντά το ένα το άλλο. Στον συνταξιδιώτη μου θυμίζουν έρωτες παλιούς, έρωτες που έρχονται. Ανεβαίνουμε ψηλά στα βράχια και απορροφούν τη ματιά μας τα κάθε λογής σκάφη που λικνίζονται στις δύο αγκαλιές της στεριάς. Ενας άνδρας περπατά στη γραμμή συνεύρεσης της αμμουδιάς με τη θάλασσα, κρατώντας ένα κοριτσάκι από το χέρι. Αλλά το βλέμμα μας καταφέρνει κάποια στιγμή να αποσπαστεί, να σηκωθεί πιο ψηλά και να ανοιχτεί στο Αιγαίο.
Ταξιδεύουμε στις Κυκλάδες έχοντας τη θάλασσα μες στα χέρια μας. Ξαποστάσαμε για λίγο, αν δεχτούμε ότι μπορεί να μας κουράσει το ταξίδι, στο λιμάνι της Τήνου, απολαμβάνοντας την πιο θεαματική αρπαγή από έναν πειρατή γλάρο μιας άκρης ψωμιού που έσπρωχναν στην επιφάνεια του νερού τα κεφαλόπουλα, κόβοντας μικρές μπουκιές από το σώμα της. «Από τη στιγμή της αναχώρησης γλάροι συνοδεύουν το καράβι μας, χωρίς εμφανή προσπάθεια, σχεδόν χωρίς να φτεροκοπούν. Τ' όμορφο ευθύγραμμο πέταγμά τους μόλις βοηθιέται απ' την αύρα. Αίφνης, κάτι που πέφτει με πάταγο απ' τη μεριά των μαγέρικων χτυπά έναν λαίμαργο συναγερμό στο σμήνος των πουλιών, αναστατώνει το όμορφο πέταγμά τους κι ανάβει μια φωτιά από λευκά φτερά. Οι γλάροι στριφογυρίζουν ξετρελαμένοι, ύστερα, χωρίς να χάσουν την ταχύτητά τους, αφήνουν ένας ένας την ομάδα και πετούν καρφωτά προς τη θάλασσα».
Να και το Πιπέρι. Αυτό το νησί, που μοιάζει να αναδύεται από τη θάλασσα σαν φτερό καρχαρία, σηματοδοτεί τα μονοπάτια των ταξιδιών στις Κυκλάδες. Το βλέπεις πάντα όταν οι πλόες σου σε φέρνουν πέρα από το νότιο ακρωτήριο της Σύρου, το Σαν Μιχάλη. Πάντα οι πέτρες χάραζαν τις πορείες των ταξιδιών στο Αιγαίο, ειδικά ο σκληρός και κοφτερός οψιανός της Μήλου. Οπου τον συναντούμε εκτός του νησιού, έχει μια πολύ παλιά ιστορία ταξιδιών να μας διηγηθεί. Από πολύ παλιά, από τη Νεολιθική εποχή, τότε που ο άνθρωπος πάτησε σταθερά στα δυο του πόδια και έκανε το πρώτο βήμα πολιτισμού, βάζοντας ένα μικρό βότσαλο στα χέρια του νεκρού που έθαβε στο δάπεδο της σπηλιάς του. Το μέλλον αυτού του πολιτισμού που άρχισε έτσι συζητεί ο συνταξιδιώτης μου. Γι' αυτό ήρθε στην Ελλάδα, φιλοξενούμενος του Αγγελου και της Λητώς Κατακουζηνού. Για να συζητήσει με επιφανείς Ελληνες - τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, τον Φαίδωνα Βεγλερή, τον Γιώργο Θεοτοκά, τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα, τον Ευάγγελο Παπανούτσο - ό,τι ακόμη μας προβληματίζει και σήμερα, το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού: «Ενότητα και διαφορετικότητα, και ποτέ η μια χωρίς την άλλη. Αυτή δεν είναι ακριβώς η εκδοχή της Ευρώπης μας; Εζησε τις αντιφάσεις της και εμπλουτίστηκε από τις διαφορές της και από το συνεχές ξεπέρασμά τους δημιούργησε έναν πολιτισμό από τον οποίο εξαρτάται ολόκληρος ο κόσμος ακόμη και όταν τον απορρίπτουν».
Ο συνταξιδιώτης μου γράφει βιβλία και φιλοσοφεί με εικόνες, καθώς τα νησιά από το περασμένο στον λαιμό των λεόντων της Δήλου περιδέραιο των Κυκλάδων πέφτουν το ένα μετά το άλλο σαν πολύτιμες χάντρες του κομπολογιού του Απόλλωνα. Νησιά, νησάκια, ερημονήσια, μοναχικοί βράχοι, δακτυλικά αποτυπώματα μικρών ή μεγάλων θεών. Κανένα δεν μοιάζει με κανένα, ακολουθούν καρτερικά τη μοναχική και την παράλληλη πορεία τους στο Αιγαίο. Παλιά οι άνθρωποι πίστευαν ότι τα νησιά ταξιδεύουν στον βαθύχρωμο, σχεδόν στο χρώμα του κρασιού, πόντο και οι θεοί παρακάλεσαν τη Δήλο να σταθεί για λίγο ακίνητη για να μπορέσει η Λητώ να γεννήσει τον Απόλλωνα. Τι μεγάλη τιμή! Ακόμη και ένα νησί θα απαρνιόταν την ταξιδιωτική φύση του για να συμμετάσχει σε ένα από τα μεγάλα θαύματα του αρχαίου και του νέου κόσμου, του φωτός στο Αιγαίο. Και πέτρωσε η Δήλος, κάτω από το εκτυφλωτικό φως του ήλιου, μέσα στον χρόνο, δίπλα στη Μύκονο, τόσο κοντά και τόσο μακριά από το σήμερα και από το μέλλον. Και οι άνθρωποι είναι νησιά, τόσο απόμακροι όσο πρέπει για να μην ομογενοποιηθούν σε μια προσωπικότητα και τόσο κοντά ώστε να συνομιλούν και να συμπορεύονται. Αίνιγμα...
«Πού βρίσκεται το παράλογο του κόσμου; Μήπως είναι αυτή η ακτινοβολία ή μήπως η ανάμνηση της απουσίας της; Με τόσο ήλιο στη μνήμη πώς μπόρεσα να στοιχηματίσω στο παράλογο; Μένουν όλοι κατάπληκτοι ολόγυρά μου. Καμιά φορά μένω κατάπληκτος κι εγώ ο ίδιος. Θα μπορούσα ν' απαντήσω στους άλλους και στον εαυτό μου πως ο ήλιος τελικά με βοηθούσε σ' αυτό και πως το φως του με την πυκνότητα που έχει στερεοποιεί το σύμπαν και τις μορφές του μεταβάλλοντάς το σε λάμψη σκοτεινή».
Και το παράλογο του ελληνικού καλοκαιριού; Κοιτάζουμε τη Σαντορίνη, τόση ομορφιά και τόση απειλή κλεισμένες μέσα στην Καλντέρα. Κάλλος και δέος, χαρά και φόβος, εξύψωση και καταβύθιση. Μπαίνουμε μέσα σε μια αγκαλιά που μοιάζει τόσο πολύ με της μάνας μας - γλυκιά και αυστηρή - ή μήπως ερωμένης, καυτής και επικίνδυνης; Ολα αυτά εξανεμίζονται σαν το κύμα που έρχεται από την άβυσσο και σβήνει πάνω στα μαύρα βότσαλα, σαν την έκπληκτη ματιά πάνω στις ωραιότερες καμπύλες του Αιγαίου, τους τρούλους των εκκλησιών της Οίας που αιωρούνται στο κενό. Ασπρα κτίσματα και άσπρα πανιά να ανεμίζουν πάνω στην καμένη γη. Μπορεί να είναι έτσι ο Παράδεισος;
Σε τούτα τα μέρη ο ήλιος δεν χάνεται, αλλά πάει να βασιλέψει στην πίσω μεριά της Γης. Η δύση δεν είναι το τέλος μιας ημέρας που έφυγε και χάθηκε και μόνο μας γέρασε, αλλά η αρχή μιας νέας, που ανανεώνει τις ελπίδες μας. Η καινούργια μέρα είναι πάντα μια καλύτερη μέρα. Οπως πίσω από τον ορίζοντα υπάρχει η υπόσχεση ενός καλύτερου κόσμου. Τίποτε πιο συναρπαστικό από τη ζωή απέναντι στις γραμμές των οριζόντων, την αέναη πρόκληση για ταξίδι. Τα σημάδια των ταξιδιών των νησιωτών είναι κατ' αρχήν άυλα. Οι στεριανοί βλέπουν τον προορισμό τους και πηγαίνουν προς το μέρος του. Οι άνθρωποι των νησιών πηδούν μέσα στο ταξίδι και φεύγουν για το άπειρο.
«Και μόνοι με τον ορίζοντα. Τα κύματα έρχονται απ' την αόρατη Ανατολή, ένα ένα. Ατέλειωτη πορεία που δεν άρχισε ούτε τελείωσε ποτέ... Ποτάμια μικρά και μεγάλα περνούν, η θάλασσα περνά και μένει. Ετσι θα 'πρεπε ν' αγαπώ, πιστά και φευγαλέα. Σμίγω με τη θάλασσα».
Να, από εδώ επάνω, από την Παναγία του Καλάμου στην Ανάφη, η ματιά σου απλώνεται κατά τον Νότο, στη μεγαλύτερη έρημο του Αιγαίου. Ο ορίζοντας, λένε, ασκεί το βλέμμα. Ομως, όσο ασκημένο κι αν είναι το βλέμμα μας, δεν τον φτάνει, αλλά ξεκινάμε να πλεύσουμε προς τον μικρόκοσμο της Κάσου χωρίς να τον βλέπουμε. Και ακόμη πιο μικρός μικρόκοσμος τα Αρμάθια, μες στην ησυχία των μοναστηριών, βράχοι, με μια τούφα σκίνα και θυμάρια στην κορυφή δύο εξωτικών παραλιών, από τις ωραιότερες της Μεσογείου. Η αμμουδιά λάμπει όπως το αλάτι στα κοιλώματα των βράχων, διαχρονικά πολύτιμο.
«Ενα πρωί επιτέλους ρίχνουμε άγκυρα σ' έναν κόλπο γεμάτο παράξενη σιωπή και σημαδούρες από ακίνητα πανιά. Μόνο μερικά θαλασσοπούλια τσακώνονται στον ουρανό για κομματάκια από καλάμια. Κολυμπώντας φτάνουμε σε μια έρημη ακτή. Ολη τη μέρα βουτάμε στο νερό, ύστερα στεγνώνουμε πάνω στην άμμο. Οταν έρχεται το βράδυ, κάτω από τον ουρανό που πρασινίζει και οπισθοχωρεί, η θάλασσα, τόσο ήρεμη ήδη, γαληνεύει κι άλλο. Μικρά κύματα ξεφυσούν άχνες αφρού πάνω στη ζεστή αμμουδιά. Τα θαλασσοπούλια χάθηκαν. Μένει μόνο ένας χώρος προσφορά στο ακίνητο ταξίδι».
Η Κάρπαθος μας κάνει πάσα στη μικρή Χάλκη κι εκείνη στη μεγάλη Ρόδο. Κι εκείνη στη Λέρο. Κι η Λέρος στην Πάτμο, και η Πάτμος στο πολύνησο των Φούρνων. Το Ανατολικό Αιγαίο μάς εγκλωβίζει σε μαγεμένα φιόρδ. Φούρνοι, συναρπαστικά πολυεπίπεδοι, με το ένα τοπίο πίσω από το άλλο, σαν ντόμινο ωραίων εικόνων, που όταν πέφτει η μια εικόνα στη ζωή σου, την ακολουθεί μια συναρπαστική διαδοχή. Δες αυτό το νησάκι, μου λέει η Αρτεμις καθώς πηγαίνουμε προς Βλυχάδα. Δεν έχει μέρος να ακουμπήσει έτσι όπως ενώνεται ο ουρανός με τη θάλασσα. Είναι ο Μικρός Ανθρωποφάς, που τον είπαν έτσι γιατί γύρω του υπήρχαν πολλά σφουγγάρια και πολλοί καλύμνιοι βουτηχτές χτυπημένοι από τη νόσο των δυτών. Ή μπορεί γιατί έπεφταν πάνω του πολλά καράβια. Ποιος ξέρει; Αλλά ο μικρός βράχος που πάνω του ξεκουράζονται δύο θαλασσοπούλια, στον δρόμο για την Κεραμιδού της Θύμαινας, δεν κρύβει καμιά απειλή. Αντιθέτως, η Κεραμιδού κρύβει θαλπωρή για τον ταξιδιώτη, στο βάθος της αμμουδερής αγκαλιάς της.
«Αργότερα, όταν αράξαμε στο Σίγρι, μαγεύτηκα από τη γραφική λιτότητα του τοπίου, απ' τους απλούς ανθρώπους, το απολιθωμένο δάσος και τον μύθο για κείνο το άλλο, που λένε πως βρίσκεται στον βυθό. Εδώ θέλω να έρθω να ζήσω και να εργαστώ. Και ξαφνικά συνέχισα τη σκέψη μου φωναχτά. Να εκεί, πάνω στη θάλασσα, σε εκείνο το απόμερο σπιτάκι».
Ο συνταξιδιώτης μου συνεχίζει να μονολογεί για τη Λέσβο των ποιητών: «Είναι πολύ ωραίο το νησί σου, Αγγελε, ωραίο και αρρενωπό. Οι ελαιώνες, οι καταπράσινοι λόφοι, καμπύλες τρυφερές σαν ασημοντυμένες οδαλίσκες λικνίζονται στον αιγαιοπελαγίτικο αγέρα και παντρεύονται αρμονικά με τα ψηλά βουνά που τις καμαρώνουν ξαπλωμένες νωχελικά στα πόδια τους. Βουνά που αγναντεύουν πέρα την Ανατολή, κληρονόμοι περήφανοι της ιωνικής φιλοσοφίας. (...) Από τότε, η Ελλάδα πλανιέται κάπου μέσα μου, στα όρια της μνήμης μου, ακατάπαυστα. (...) Καταλαβαίνετε; Είναι ο τόπος των θεών και ό,τι ζητήσεις σου το δίνουν».
__________
Ιδέες και αποσπάσματα πήραμε από τα βιβλία του Αλμπέρ Καμί «Το καλοκαίρι» (μετάφραση Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ, Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν, εκδόσεις Πατάκη), «Καμί - Η ευτυχία και το παράλογο αχώριστα παιδιά της ίδιας Γης» (των Λευτέρη Ξανθόπουλου, Νίκου Μπακουνάκη, Φωτεινής Τσαλίκογλου, εκδόσεις Καστανιώτη), «Το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού, Συζήτηση στρογγυλής τραπέζης υπό την προεδρία του Αγγελου Κατακουζηνού» (Αντί προλόγου - επίμετρο Σοφία Πελοποννησίου-Βασιλάτου, εισαγωγή Ξένη Δ. Μπαλωτή, μετάφραση Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ, Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν, εκδόσεις Πατάκη), «Συντροφιά με τον Albert Camus» (της Λητώς Κατακουζηνού, εισαγωγή Γκόλφω Μαγγίνη, έκδοση Ιδρυμα Αγγέλου και Λητώς Κατακουζηνού).
 
Ο Αλμπέρ Καμί
Στην Ικαρία μετά τη βουτιά επιβάλλεται ένα πέρασμα και από κάποιο πανηγύρι
Mία από τις ωραιότερες καμπύλες του Αιγαίου, ο τρούλος της εκκλησίας στην Οία
Παιχνίδι στην παραλία με παρέα και τον Αλμπέρ Καμί
Η Λέσβος, ένα νησί «ωραίο και αρρενωπό», σύμφωνα με τον Αλμπέρ Καμί
Στον Ναό της Αφαίας στην Αίγινα αφουγκράζεται κανείς τις δονήσεις της ελληνικής γης
Ο Αλμπέρ Καμί και το ελληνικό καλοκαίρι στους αγρούς
Η Ρόδος, ένα ακόμη στολίδι του ελληνικού καλοκαιριού
 
8  φωτογραφίες

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 14 Ιουνίου 2015
 Νίκος Γ. Μαστροπαύλος